Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμωνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χειμωνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Η Σκόνη του Χρόνου...(3)


Θέσαμε το ερώτημα: η κατάληξη της εγελιανής διαλεκτικής είναι ο ολοκληρωτισμός; Επομένως, θέσαμε το ερώτημα: η Επιθυμία για το μέλλον, η ουτοπική διάθεση για το Άλλο, η σφοδρότητα του ονείρου της συμφιλίωσης, της ενότητας των αντιθέτων και της άρσης της αντίφασης, οδηγεί στον ολοκληρωτισμό του στρατοπέδου; Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς αν μπορεί να υπάρχει χρόνος - που να αφήνει πίσω τα σημάδια του, τη σκόνη του - δίχως να υπάρχει πλέον η Επιθυμία για το Άλλο, η ουτοπία; Είναι τυχαίο, εντούτοις, ότι οι εγελιανοί κάθε κατεύθυνσης (αριστεροί και δεξιοί, μαρξιστές και νεοφιλελεύθεροι) ορμώμενοι από αυτή την Επιθυμία για το Άλλο καταλήγουν στο να το καταργήσουν στη σφαίρα του Ιδίου κηρύσσοντας τη δική τους εκδοχή αυτού του τέλους; Είναι τυχαίο το ότι σπεύδουν να κάνουν λόγο για το τέλος της Ιστορίας, για την εσχατολογική κατάληξη της περιπέτειας της Επιθυμίας; Είναι τυχαίο ότι ο Αγγελόπουλος τοποθετεί την ιστορία του στο Βερολίνο - μία πόλη με το σώμα της σημαδεμένο από την σύγκρουση και την αντίφαση, μία πόλη που για δεκαετίες τη χώριζε ένα Τείχος - λίγο πριν το millenium, τότε που οι εσχατολογικές ελπίδες και οι μεσσιανικοί οραματισμοί κορυφώθηκαν σε βαθμό παροξυσμού; Ερωτήματα που δείχνουν την τραγική αντίφαση της εγελιανής αντίληψης της ιστορίας, η οποία εκκινεί από την Επιθυμία για το Άλλο - δηλαδή από την Ιστορία - και καταλήγει στο Τέλος της Ιστορίας, δηλαδή στο τέλος του χρόνου... Δεν είναι τραγικό να εκκινεί κανείς από την επιθυμία για το Άλλο και να καταλήγει στο Ίδιο; Δεν είναι τραγικό να μένει κανείς στο τέλος μόνος με σπασμένες τις προβολές των ονείρων σου για το μέλλον; Όταν θρυμματίζεται η οθόνη, όταν δεν μπορείς πλέον να δεις μέσα από αυτή, τότε μένεις μόνος...


Και τότε; Αυτό είναι το πέρασμα του ανθρώπου, αυτή είναι η ιστορία του; Ένα πέρασμα από την επιθυμία για το Άλλο στην κατάληξη του εαυτού, μία ιστορία του Ιδίου; Η αντίφαση δεν λύνεται; Η σύγκρουση δεν καταργείται; Ο εμφύλιος δεν τελειώνει; Ο σοσιαλισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο; Ο καπιταλισμός με την μανία του για την ασφάλεια του ατόμου και την προστασία της κοινωνίας (θυμηθείτε την σκηνή όπου παρακολουθούμε το "ηλεκτρονικό γδύσιμο" των επιβατών με τα μηχανήματα του ελέγχου στο αεροδρόμιο - το αεροπλάνο το κατ' εξοχήν επιβατικό μέσο που εκπληρώνει τη φαντασίωση του ανθρώπου για ελευθερία, για πτήση προς τον ουρανό, για υπέρβαση της φύσης του καταλήγει εντός του καπιταλισμού να οδηγεί στον εξευτελισμό του ανθρωπίνου σώματος) δεν πραγματώνει την προσωπική ελευθερία πάνω από τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες και συγκρούσεις;
Μήπως, τότε, η λύση του δράματος βρίσκεται εκτός ιστορίας, μήπως η λύση βρίσκεται στο προσωπικό επίπεδο, στον έρωτα; Ο έρωτας δεν είναι η κατ' εξοχήν επιθυμία για το Άλλο;




Ο Αγγελόπουλος απαντά σαφώς αρνητικά. Ας θυμηθούμε πως εισβάλλει η Ιστορία με τη μορφή των μυστικών αστυνομικών τη στιγμή που ο Σπύρος και η Ελένη κάνουν έρωτα μέσα στο τραμ...Κατά τη γνώμη μας, όμως, θα ήταν λάθος να μείνουμε σε μία "χυδαία" και "φθηνά" υπαρξιστική απάντηση, η οποία απλώς τοποθετεί την τραγικότητα του ανθρώπου στην εισβολή της Ιστορίας στην προσωπική ζωή του...Η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν έγκειται στο ότι υπάρχουν κοινωνικοί καθορισμοί, αλλά έγκειται στο ότι επιθυμεί και αγωνίζεται να τους αλλάξει, στο ότι παρά το μάταιο του αιτήματός του και της Επιθυμίας του αγωνίζεται για το Άλλο. Αν και καταλήγει να επιβεβαιώνει το Ίδιο, συνεχίζεται να ζει και να αγωνίζεται...Θεωρεί ότι ο αγώνας και το αίτημα δικαιώνουν και αθωώνουν την Επιθυμία...Ίσως, όμως, ήρθε ο καιρός να μην επιθυμούμε πλέον την αθωότητα, αλλά να αθωώνουμε την Επιθυμία...Η αθωότητα δεν βρίσκεται κατ' ανάγκην στα μάτια ενός παιδιού (το μέλλον δεν είναι a priori αθώο, μόνο και μόνο επειδή δεν του δόθηκε η δυνατότητα να "αμαρτήσει", να διαψεύσει)...Αν ακολουθήσουμε έναν φιλόσοφο που επιτέθηκε στην εγελιανή διαλεκτική, επειδή ακριβώς δεν φοβόταν τη σύγκρουση, δεν φοβόταν την αντίφαση, τότε ίσως αντιληφθούμε και αισθανθούμε ότι η αθωότητα οφείλει να βρίσκεται όχι στο τέλος της Ιστορίας, αλλά σε κάθε της στιγμή...Η αθώωση, σύμφωνα με αυτό, δεν βρίσκεται σε μία τελεολογία, αλλά σε κάθε στιγμή της Ιστορίας...Ο Nietzsche - διότι περί αυτού πρόκειται - έβλεπε ότι το παρόν όφειλε να αθωώσει το παρελθόν, όφειλε να αθωώσει κάθε στιγμή της ιστορίας επιβεβαιώνοντας την "αιώνια επανάληψη του Ιδίου"... Μία επανάληψη η οποία οφείλει να δικαιώνει η ίδια τον εαυτό της ως ανατροφοδότηση - και άρα αθώωση - της Επιθυμίας και όχι ως δικαίωση - και άρα καθήκον - από μία υπερβατική αρχή... Σίγουρα, αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο βάρος που θα μπορούσε να σηκώσει άνθρωπος...
" Το μεγαλύτερο βάρος. - Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα γλιστρούσε ένας δαίμονας μέσα στην πιο μοναχική μοναξιά σου και σου έλεγε: ''Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και όπως τη ζεις μέχρι τώρα θα τη ξαναζήσεις άλλη μια φορά και αναρίθμητες ακόμη φορές - και δεν θα υπάρχει τίποτα καινούργιο σε αυτή, αλλά κάθε πόνος και κάθε χαρά και κάθε σκέψη και κάθε στεναγμός και κάθετι ανείπωτα μικρό ή μεγάλο της ζωής σου θα ξανάρθει σε σένα, όλα με την ίδια σειρά και διαδοχή - ακόμα και αυτή η αράχνη και αυτό το σεληνόφως ανάμεσα στα δένδρα, κι αυτή η στιγμή και εγώ ο ίδιος. Η αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης γυρίζει ακατάπαυστα πάνω κάτω και μαζί της και εσύ, κόκκε σκόνης!" - Δεν θα έπεφτες κατάχαμα, δεν θα έτριζες τα δόντια σου και δε θα καταριόσουν το δαίμονα που θα μιλούσε έτσι; Ή μήπως, θα ζούσες μία φοβερή στιγμή όπου θα του απαντούσες: "Είσαι θεός και δεν άκουσα τίποτα πιο θεϊκό!". Αν σε κυρίευε αυτή η σκέψη, θα σε μεταμόρφωνε εσένα, έτσι που είσαι και ίσως να σε έκανε σκόνη: το ερώτημα που τίθεται για όλα και το κάθετι: "Το θέλεις αυτό άλλη μια φορά και αναρίθμητες φορές ακόμη;" θα ήταν το μεγαλύτερο βάρος που θα βάραινε τις πράξεις σου! Ή, αντίθετα, πόσο καλός θα έπρεπε να γίνεις απέναντι στον εαυτό σου και απέναντι στη ζωή ώστε να μην ποθείς τίποτε περισσότερο από αυτή την έσχατη αιώνια επιβεβαίωση και επισφράγιση;" {1}.
Όχι η επιθυμία για αθωότητα, αλλά η αθώωση της επιθυμίας είναι το ριζικά διαφορετικό ζητούμενο, το ζητούμενο που επιβεβαιώνει το παρελθόν στο παρόν και όχι στο μέλλον...Το ζητούμενο που σέβεται τόσο τη σύγκρουση όσο και την επιθυμία, διότι σέβεται τη σύγκρουση των επιθυμιών και δεν επιζητεί τίποτε περισσότερο από αυτό...Δεν αποζητά να ακυρώσει τη σύγκρουση, διότι τότε θα ακύρωνε την επιθυμία...Γι' αυτό δεν επιζητά το Άλλο, αλλά αθωώνει το Ίδιο...Δεν επιζητά την επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ των δύο φύλων, αλλά την αθώωσή της. Γνωρίζει ότι ο πλατωνισμός και το ιδεώδες του περί ενότητας, η οποία ενσαρκώνεται με τη μορφή του ανδρογύνου, πρέπει να ανατραπεί, να αντιστραφεί και να υπονομευθεί...
Το γνωρίζει διότι έχει μία διαφορετική αντίληψη για τον έρωτα: "Είχε κανείς αυτιά για τον ορισμό μου του έρωτα; Είναι ο μόνος αντάξιος ενός φιλοσόφου. Ο έρωτας - ως προς τα μέσα πόλεμος, ως προς το έρεισμα θανάσιμο μίσος των φύλων"{2}. Και έχει μία διαφορετική αντίληψη για τον έρωτα, διότι έχει μία διαφορετική αντίληψη για την αλήθεια: "Αν δεχτούμε την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η αλήθεια είναι γυναίκα - τι; δεν είναι βάσιμη η υποψία ότι όλοι οι φιλόσοφοι, όταν ήταν δογματικοί, δεν καταλάβαιναν και πολύ τη γυναίκα; Ότι η φρικαλέα σοβαρότητά τους, η αδέξια φορτικότητά τους, με τις οποίες συνήθιζαν μέχρι τώρα να προσεγγίζουν την αλήθεια, ήταν ανίκανα και ακατάλληλα μέσα για να κερδίσουν ακόμη και ένα γύναιο; Σίγουρα, αυτή δεν άφησε να την κατακτήσουν - και σήμερα κάθε είδους δογματισμός στέκεται λυπημένος και αποθαρρυμένος. Αν συνεχίζει έστω να στέκεται!"{3}.
Μία αντίληψη τέτοιου είδους για την αλήθεια φέρνει τον φιλόσοφο προ των ευθυνών του...Η αλήθεια ως γυναίκα, λοιπόν...Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η γυναίκα "δεν θέλει την αλήθεια: τι είναι η αλήθεια για μια γυναίκα! Από την πρώτη αρχή τίποτε δεν ήταν πιο ξένο, πιο απωθητικό, πιο εχθρικό για τη γυναίκα από την αλήθεια - η μεγάλη της τέχνη είναι το ψέμα, η μεγαλύτερη έγνοια της είναι το φαίνεσθαι και η ομορφιά. (...) Και δεν είναι αλήθεια ότι συνολικά η 'γυναίκα' περιφρονήθηκε μέχρι τώρα περισσότερο από τη γυναίκα - και καθόλου από εμάς;"{4}. Συνεπώς, η αλήθεια περιφρονήθηκε περισσότερο από την ίδια την αλήθεια, όπως οι γυναίκες περιφρονούνται περισσότερο από τις ίδιες τις γυναίκες...Είναι η βούληση για αλήθεια αυτή που φανερώνει το ψέμα και την πλάνη που κρύβεται πίσω από κάθε αλήθεια...Αυτό σημαίνει, μήπως, ότι ο φιλόσοφος πρέπει να παραιτηθεί από το κυνήγι της γυναίκας, από το κυνήγι της αλήθειας και άρα από τον έρωτα;
Ας θυμηθούμε τον Χειμωνά: "Ο θρίαμβός της στη σχέση της είναι παραπάνω από αρκετός, μια και η γυναίκα πάντα θριαμβεύει στη σχέση της με τον άντρα' ο μόνος τρόπος να θριαμβεύσει ο άντρας είναι να αρνηθεί να μπει σ' αυτήν".
Ήρθε, όμως, η στιγμή για να τεθεί το ερώτημα: αν αρνηθεί ο άντρας τη μοίρα του, τότε είναι άντρας; Αν αρνηθεί να μπει στη σχέση, αν αρνηθεί να κυνηγήσει τη γυναίκα, την αλήθεια, το όνειρο, το Άλλο, τότε δεν αρνείται την ιστορία, δεν αρνείται την επιθυμία με όλη την τραγικότητα της και πάνω από όλα και κατά συνέπεια δεν αρνείται να της δώσει την ευκαιρία για αθωότητα;

Μήπως, εν τέλει, αρνούμενοι την ιστορία και την αιώνια επανάληψή της, μήπως αρνούμενοι να ηττηθούμε από τον χρόνο στο τέλος χάνουμε τον χρόνο μας;



{1}.Nietzsche F., Η Χαρούμενη Γνώση, παρ. 341, μτφρ. Λ. Τρουλινού, (Εξάντας, 1996).
{2}.Nietzsche F., Ecce Homo, Γιατί γράφω τόσο καλά βιβλία, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, (Νησίδες, 2000).
{3}. Nietzsche F., Πέρα από το Καλό και το Κακό, Πρόλογος, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, (Νησίδες, 1999).
{4}.Αυτ., παρ. 232.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Παρέκβαση στον Χειμωνά...



Σαν σήμερα, το 2000, ήρθε η ώρα της αναπόφευκτης παρέκβασης στη ζωή του πεζογράφου και νευροψυχίατρου Γιώργου Χειμωνά...Ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη ενός ανθρώπου ο οποίος αποπειράθηκε - όπως θα τονίσει ο φίλος του Γ. Βέλτσος - "ν' αλλάξει την ανθρώπινη λογοτεχνία σε απάνθρωπη τεχνολογία σωμάτων και γι' αυτό ταπεινώθηκε" {1}, κάνουμε σήμερα μία παρέκβαση από τα θέματα που είχαμε ανοίξει σχετικά με τη γνώση... Όσοι τον γνώρισαν λένε ότι η φωνή του ασκούσε γοητεία στους ακροατές του. Πλέον οι αναγνώστες του έχουμε τη γραφή του για να μαγευόμαστε, γι' αυτό και του δίνουμε το λόγο σήμερα να μας αφηγηθεί τη "Βιογραφία της Όρασής μου" (Πεζογραφήματα, Καστανιώτης, 2005)...

"Γεννήθηκα στην Καβάλα, μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έζησα και εκεί τελείωσα την Ιατρική. Αργότερα, μετά τον στρατό, έφυγα στο Παρίσι, στη Γαλλία. Στη Γαλλία ειδικεύτηκα στην Ψυχιατρική και τη Νευροψυχολογία. Τώρα μένω μόνιμα στην Αθήνα και εργάζομαι στο "Αιγινήτειο Νοσοκομείο". Είμαι παντρεμένος κι έχω ένα γιο δώδεκα χρονών. Τα βιβλία μου είναι ο "Πεισίστρατος" (1960), "Η εκδρομή" (1964), "Το μυθιστόρημα" (1966), "Ο γιατρός Ινεότης" (στην χούντα, 1971), "Ο γάμος" (1975), "Ο αδελφός" (1976) και "Οι χτίστες" (1979). Στο τέλος του '83 θα βγει το τελευταίο μου βιβλίο που λέγεται "Η φρουρά". Έχω δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα, έxω γράψει ένα βιβλίο για τον Λόγο σαν εγκεφαλική λειτουργία, που είναι μια περιοχή σχεδόν ανεξερεύνητη ακόμη και για την Νευρολογία, ετοιμάζω ένα βιβλίο με εκλαϊκευτικά δοκίμια πάνω στον Λόγο, που ονομάζεται "Επτά μαθήματα για τον Λόγο".
Αυτή είναι η βιογραφία μου. Μα εγώ θέλω να μιλήσω για μία άλλη βιογραφία. Ξεκινά από
έναν ανυπολόγιστο παιδικό χρόνο και είναι η βιογραφία της όρασής μου. Η ιδιότητά μου του συγγραφέα ζυμώθηκε με αυτή την ιδιότητα, έγινε ένα με μια διαρκή, καθημερινή, αυθόρμητη προσοχή, να προσέχω συνέχεια τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα, έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους. Την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους, το δέρμα τους, τα σκισίματά του, τη στάση τους, την ακινησία τους, τη φυσιογνωμία τους, άκουγα την ηχώ των λόγων τουςμ περιφερόμουν στους στενούς λαϊκούς έρημους δρόμους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης. Γεμάτοι λάσπη, νερά της βροχής, σιωπή, ερημιά. Ξαφνικά ν' ανοίγει μια αυλόπορτα και να χυμάει έξω ολολύζοντας μια γυναίκα. Έβγαινε έξω στο δρόμο κι άρχιζε να θρηνεί. Ένας πατέρας κάτισχνος, κατάχλωμος, νεαρός, έβγαζε περίπατο το παιδί του στο δρόμο. Ένα παιδί τριών τεσσάρων ετών. Ξαφνικά αυτός ο νεαρός πατέρας να πέφτει κάτω σαν κεραυνοβολημένος. Το παιδί τον κοίταζε εμβρόντητο, δεν καταλάβαινε, δεν καταλάβαινα, έβλεπα τα πρόσωπα των ανθρώπων πίσω από τα τζάμια και μάντευα τη ζωή τους. Τέτοιες εικόνες μιας διάχυτης παντού λαϊκής δυστυχίας. Αισθανόμουν - και θα ήμουν παιδί όχι πάνω από δέκα χρονώ - αυτά τα περίεργα συναισθήματα που μονάχα τα παιδιά μπορούν και έχουν, που είναι αντιφατικά. Αισθανόμουν μαζί σαν κάτι πολύ ελκυστικό και κάτι πολύ αποτρόπαιο. Την ανάγκη και την επιθυμία αυτές τις εικόνες, να τις αναδιπλώσω, να ελευθερώσω τη σκοτεινή τους αγωνία. Αλλά εκείνο που από πολύ νωρίς έμαθα, είναι ότι το ανθρώπινο σώμα, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων. Δεν έχεις παρά να το δεις. Αργότερα οι ιατρικές εικόνες πλάτυναν αυτή την όραση, την έκανα πιο βαθιά, πιο δραματική. Χρωστάω σαν συγγραφέας πάρα πολλά στην Ιατρική. Δεν χρωστάω τίποτε στην Ψυχιατρική. Απλά σαν γιατρός, να βλέπω τους συγγενείς των αρρώστων να συνωστίζονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων, να τριγυρίζουν τα κρεβάτια των αρρώστων τους, να παραστέκονται, να βλέπω το ίδιο το σώμα του αρρώστου. Πολλά μου έμαθαν όλα αυτά τα λόγια και όλα αυτά τα σώματα, γιατί η ιατρική σχέση είναι το ίδιο έντονη, το ίδιο αποκαλυπτική (με όλες τις σημασίες της λέξης), το ίδιο διαπεραστική όσο και η ερωτική σχέση.
Πιστεύω πως ο σκοπός της Τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μία απέραντη ευφορία.


{...}

Όλα αυτά η Τέχνη δεν τα κάνει φιλάνθρωπα, παρηγορητικά. Γιατί χρωστάει αυτή τη δικαίωση του ανθρώπου. Γιατί κάποιος πρέπει να του τη χρωστάει αυτή τη δικαίωση. Γιατί αυτό το μέγα, αυτή η φαντασμαγορία, αυτό το μέγα του Ελύτη, του Αισχύλου, του Ηράκλειτου, αυτό το μέγα υπάρχει πραγματικά στη ζωή των ανθρώπων και η Τέχνη είναι ακριβώς για να το βγάζει στο φως, να το αποκαλύπτει, να το καθαρίζει, να το παρουσιάζει, αργά, επιδεικτικά, στους ανθρώπους, εκθαμβωτικό, πελώριο, εκκωφαντικό.
Οι ήρωές μου δεν έχουν καμία σχέση με τους ήρωες ενός κανονικού, συνηθισμένου μυθιστορήματος. Ήρωας είναι πάντοτε οι μάζες, τα πλήθη των ανθρώπων. Φαντάζομαι ένα νέο μυθιστόρημα που δεν θα μιλά πια για ξεχωριστά άτομα. Θα είναι ένας συμπερασματικός λόγος που θα μιλά για το γένος των ανθρώπων, όπως περίπου στην αρχαία τραγωδία. Αν κάποιο πρόσωπο κεντρικό φαίνεται να ξεχωρίζει στα κείμενά μου, αυτό δεν είναι άλλο παρά ένας θυμωμένος, απαρηγόρητος οδοιπόρος, χωμένος και αυτός μέσα στο πλήθος. Αλλά είναι ένας οδοιπόρος που έχει απάνω του τη μοίρα όλων των ανθρώπων.
Δεν υπάρχει ένας αμετακίνητος χρόνος και χώρος. Όλα συμβαίνουν σαν να γίνονταν πάντοτε, σαν να γίνονται σήμερα, εδώ και παντού. Αλλά το πλήθος είναι Έλληνες. Ο οδοιπόρος είναι και αυτός Έλληνας. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού και εγώ είμαι Έλληνας. Μονάχα στα ελληνικά μπορώ να καταλαβαίνω και να μιλάω τη γλώσσα των ανθρώπων. Μιλώ πάντα για την πραγματικότητα των ανθρώπων. {...} Υπάρχουν παντού τα συναισθήματά τους, οι λύπες τους, η ομορφιά τους, η ασχήμια τους, οι παραμικρές λεπτομέρειες μιας ψηλαφητής, υλικής ανθρώπινης ζωής. Μόνο που αυτό το άμορφο, το άτακτο ανθρώπινο υλικό ζυμώνεται, χωρίς καθόλου να εξαφανίζεται, μέσα σ' ένα είδος γενικής απεικόνισης της ταραγμένης ανθρώπινης συνείδησης. Της ταραγμένης από θάνατο, από φόβο, από φτώχια, από σπαρακτική λύπη, από πόλεμο, από διωγμό, από ό,τι μπορεί να είναι η πραγματική ιστορία του καθενός μας, η πραγματική ιστορία όλων μας.
Είπα κάποτε ότι η Τέχνη δεν είναι η πραγματικότητα. Πως η Τέχνη είναι ένα σχόλιο πάνω στην πραγματικότητα, πως η πραγματικότητα δεν μπορεί να νοηθεί ως τετελεσμένη, αν δεν δευτερολογηθεί από ένα τέτοιο σχόλιο τέχνης. Θεωρώ αυτό το σχόλιο της Τέχνης πολύ πιο πραγματικό από την ίδια την πραγματικότητα, γιατί ακριβώς αποκαλύπτει εκείνες τις κρυφές όσο και ουσιαστικές διεργασίες που αναπαράγουν συνεχώς την συγκινησιακή πραγματικότητα του ανθρώπου. Αυτή για την οποία μιλά κυρίως η Τέχνη. Αυτή με την οποία αποκλειστικά υπάρχει ο άνθρωπος. Θεωρώ τον λόγο σαν ένα χαρισματικό όργανο, περισσότερο από όλα τα άλλα. Γιατί ακριβώς ο λόγος έχει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει και να φανερώνει όλες τις δυνατές νοηματικές και συναισθηματικές αντηχήσεις που γεννά μέσα στο νου και την ψυχή του ανθρώπου η εμπειρία της ζωής. Εννοώ κάτι σαν την εξαίσια ακινησία της ζωγραφικής, ή τη δαιμονική κινητικότητα της μουσικής. Εννοώ ακριβώς ένα λόγο που είναι και ζωγραφική και μουσική και όλα όσα μπορεί να εκφράσει ο άνθρωπος. Κυρίως όσα δεν μπορεί."



{1} Βέλτσος Γ., outre tombe, "Αλληλογραφία" με τον Γιώργο Χειμωνά, (Πατάκης, 2008) σ. 44.