Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Μάρμαρα και Μαρμαρωμένος Βασιλιάς...


"Εδώ παραμονεύει πάντα ένας κίνδυνος: τελικά κάποια στιγμή κάθετι παλαιό και περασμένο, αν δεν έχει ακόμα χαθεί εντελώς από τον ορίζοντα, λογίζεται αδιακρίτως ως εξίσου σεβάσμιο με κάθε άλλο, ενώ οτιδήποτε δεν πλησιάζει με σεβασμό αυτό το παλαιό, οτιδήποτε δηλ. είναι νέο και αναπτύσσεται τώρα, απορρίπτεται και αντιμετωπίζεται εχθρικά" {1}.
Είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσει κανείς στα παραπάνω λόγια του Nietzsche, την κυρίαρχη αντίληψη για την ιστορία στην Ελλάδα. Αντίληψη η οποία εξυπηρετεί την παθιασμένη ενασχόληση των ελλήνων με οτιδήποτε "ελληνικό" και η οποία κρύβει επιμελώς τη σχιζοφρένεια που τη διέπει. Μέσω της ιστορίας αταξιδεύουμε από τα "μάρμαρα" στον "μαρμαρωμένο βασιλιά" και τούμπαλιν.
(Κωνστντίνος Παλαιολόγος)
Τα πάντα όλα...
Σε μία περίοδο όπου πολλοί προσπαθούν να πουλήσουν "ελληνικό πολιτισμό" με πρόσχημα τα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, το μόνο που αποδεικνύεται είναι ότι λείπει η πρώτη ύλη: η σκέψη.
Αναρωτιέται κανείς, άραγε, γιατί την ώρα που υστερικά φωνάζουμε να επιστρέψουν τα "μάρμαρα" το ίδιο και περισσότερο υστερικά φωνάζουμε να φύγουν οι μετανάστες και οι ξένοι;
(Βρετανικό Μουσείο)
Αναρωτιέται κανείς, άραγε, γιατί παρουσιάζεται μία συστροφή - ομόλογη και ομόρροπη και στις δύο περιπτώσεις - προς το εσωτερικό; Γιατί το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να προστατεύσουμε την "ελληνικότητά" μας, μέσω τίτλων ιδιοκτησίας; Αναρωτιέται, κανείς, άραγε, γιατί το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να κοιταζόμαστε ναρκισσιστικά στον καθρέφτη, και σαν συνεπείς μικροαστοί να μην ενδιαφερόμαστε να συναπαντήσουμε τον Άλλο παρά μόνο για να νιώσουμε ανώτεροι (γιατί άραγε ξένοι είναι μόνο οι μη Δυτικοί; γιατί πολεμάμε κάθετι διαφορετικό μόνο όταν προέρχεται από "τριτοκοσμική" χώρα); Δίχως να ενδιαφερόμαστε για την ιστορία μας, όταν κινδυνεύουμε να δούμε κάτι που δε μας αρέσει, όπως η παρακάτω πανοραμική θέα της πανέμορφης πόλης μας;
Γιατί, αν σκεφτόμασταν, ίσως συνειδητοποιούσαμε ότι ξένοι δούλοι έχτισαν τον Παρθενώνα, ξένοι δου..., συγγνώμη εργάτες, έχτισαν το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης...Βέβαια, δεν έγραψε τα ονόματά των πρώτων ο χρυσός αιώνας, - τουλάχιστον τους απαθανάτισε μέσω της τέχνης του -
(Αιθίοπας Σκλάβος τιθασσεύει άλογο, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας)
ενώ δεν πρόκειται να τους γράψει πουθενά αλλού παρά στα παλιά του τα παπούτσια ο σύγχρονος νεοελληνικός πολιτισμός...
Απ' ό,τι φαίνεται η ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους περιορίζεται στην πρακτική της εκμετάλλευσης. Κάτι είναι και αυτό...
{1}. Fr. Nietzsche, Ιστορία και Ζωή, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, (Γνώση, 1993), σ. 37.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

Αναζητώντας τη χαμένη ισονομία…


(του έγκλειστου ανταποκριτή μας Marcel Proust)

Σύμφωνα με δημοσίευμα, μετά τον διευθυντή των φυλακών Αγίας Λάρισας, τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ο αρχιφύλακας των φυλακών Αλικαρνασσού. Και, οι δύο φέρονται να είχαν συνεννοήσεις με τον Παναγιώτη Βλαστό και άλλους που συμμετείχαν στην υπόθεση της απαγωγής του εφοπλιστή Παναγόπουλου.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι η πολιτεία και οι πάσης φύσεως εξουσιαστικοί μηχανισμοί σπεύδουν να λάβουν άμεσα και αυστηρότατα μέτρα κάθε φορά που απειλούνται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα – απολύτως συμβατά με τη δομή και τις λειτουργίες τους, αλλά και απολύτως απαραίτητα – αλλά αδιαφορούν χαρακτηριστικά και επανειλημμένα, όταν κρατούμενοι στις φυλακές όλης της χώρας υψώνουν συχνότατα το ανάστημά τους και ενώνουν τις φωνές τους – με τελευταίο παράδειγμα τους κρατούμενους στις φυλακές Ναυπλίου – αξιώνοντας αξιοπρεπέστερες και πιο ανθρώπινες συνθήκες κράτησης και διαβίωσης.

Τα όποια σχόλια περιττεύουν… 




(F. Goya, Εσωτερικό Φυλακής, c. 1810-14)

Ή μάλλον, σχόλια σαν του Deleuze κάθε άλλο παρά περιττά αποδεικνύονται: «Ο νόμος διαχειρίζεται τις ανομίες: ορισμένες τις επιτρέπει, τις καθιστά δυνατές ή τις επινοεί ως προνόμια της κυρίαρχης τάξης, κάποιες άλλες τις ανέχεται εν είδει αποζημίωσης προς τις κυριαρχούμενες τάξεις ή τις θέτει στην υπηρεσία της κυρίαρχης τάξης και τέλος απαγορεύει τις υπόλοιπες, τις απομονώνει και τις αντιμετωπίζει τόσο ως αντικείμενο όσο και ως εργαλείο κυριαρχίας». {1}


{1}. G. Deleuze, Foucault, μτφρ. Τ. Μπέτζελος, (Πλέθρον, 2005), σ. 61.


Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

Επ' αφορμή του θανάτου του Michael Jackson...

Με πρόσχημα την επικαιρότητα κάνουμε ένα άνοιγμα σε πιο εμπορικά θέματα, διότι στη ζωή δεν είναι όλα άσπρο- μαύρο...

Ο Michael Jackson δεν το κατάλαβε παρά τα όσα έλεγε...

Ε, ας μη τα βάψουμε μαύρα...

Καλύτερα, να κάνουμε το σώμα μας όπλο αποδόμησης απέναντι στα επιβεβλημένα δίπολα του πολιτισμού μας (λευκός-μαυρος, υγιής-ασθενής, ετεροφυλόφιλος-ομοφυλόφιλος κ.ο.κ.), παρά μήτρα επιβεβαιώσης τους...

Αυτός είναι και ο στόχος κάθε γενεαλογικής έρευνας, η οποία, κατά τον Foucault, δεν είναι ούτε άσπρη ούτε μαύρη, αλλά γκρίζα και "εγκαθίσταται στο σημείο όπου το σώμα και η ιστορία συναρθρώνονται. Αποστολή της είναι να δείξει το κατάστικτο από τα αποτυπώματα της ιστορίας σώμα, να δείξει την ιστορία καθώς συντρίβει το σώμα." {1}

Τα δικά μας σώματα ποια ιστορία έχουν; Ποιες δυνάμεις επιχειρούν να τα συνθλίψουν;

(Study after Velazquez's Portrait of Pope Innocent X 1953
Francis Bacon)

{1}. M. Foucault, Nietzsche, Γενεαλογία, Ιστορία, μτφρ. Δ. Γκινοσάτης, (Πλέθρον, 2004), σ.57

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Αναζητώντας το χαμένο χρόνο (III) . . .

(Του συνεργάτη μας Marcel Proust, ο οποίος αναζητά – απεγνωσμένα – τη χαμένη πατρίδα…)

Λίγες ημέρες μετά τις Ευρωεκλογές, τι συμπεράσματα μπορούμε, άραγε, να εξάγουμε;


Ποιο, εν τέλει, αποτελεί το κρισιμότερο ζήτημα και το ουσιαστικότερο πρόβλημα; Τα υψηλότατα ποσοστά αποχής – που προβληματίζουν όσους και όσες εξακολουθούν να πιστεύουν στην αυταπάτη της εκλογικής διαδικασίας και στην ψευδαίσθηση δημοκρατίας που προσπαθούν να μας πείσουν ότι συνεπάγεται – η εξαιρετικά ανησυχητική άνοδος της ακροδεξιάς, ή η, εξίσου ανησυχητική, πτώση της αριστεράς;

Εν μέσω μίας δεινότατης, χρηματοπιστωτικής – και, όχι μόνο – κρίσης της οποίας οι πολυποίκιλες, δυσμενέστατες επιπτώσεις έχουν ήδη γίνει αισθητές στην πλειοψηφία των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, γιατί ο κόσμος ψάχνει να βρει ασφάλεια και σιγουριά στα προπύργια του ακραίου συντηρητισμού; Γιατί το μοναδικό πρόβλημα καθίσταται ο Άλλος; Γιατί η λύση αναζητείται στο στιγματισμό, την απομόνωση, και την περιθωριοποίηση; Γιατί ικανοποιείται το κοινό αίσθημα και εφησυχάζονται όλοι του οι φόβοι με τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες;

Γιατί γίνονται εχθροί αυτοί που δε μπορέσαμε να κάνουμε συνοδοιπόρους μας στην εξέγερση; 


Γιατί η αντίστασή μας δεν μπορεί να εστιάσει στους πραγματικούς υπαιτίους οι οποίοι μπορεί να βρίσκονται αλλού από εκεί που φανταζόμαστε, («ο μεγαλύτερος εχθρός, ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός. Και όχι μόνο ο ιστορικός φασισμός, ο φασισμός του Hitler και του Mussolini – ο οποίος ήταν ικανός να κινήσει και να χρησιμοποιήσει την επιθυμία των μαζών τόσο αποτελεσματικά – αλλά επίσης ο φασισμός εντός όλων μας, στα κεφάλια μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, ο φασισμός που μας παρακινεί να αγαπάμε την εξουσία, να επιθυμούμε αυτό ακριβώς που μας κυριαρχεί και μας εκμεταλλεύεται») {1}

 και όχι μόνο στους πλέον προφανείς; 



Γιατί, σε τελική ανάλυση, αδυνατούμε να συνειδητοποιούμε ότι, μέσα στο δαιδαλώδες πλέγμα των κυρίαρχων εξουσιαστικών σχέσεων, είμαστε όλοι και όλες μετανάστες σε μια πατρίδα, τη γη;

{1}. M. Foucault, Preface to Anti-Oedipus.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Μήπως ξεχάσαμε κάτι;

Τελικά, μήπως ο Δεκέμβρης έχει ανοιχτούς κάποιους λογαριασμούς; Μήπως αφήσαμε κάποιους όχι ''συντρόφους'' - γιατί οι συντροφοι γνωρίζονται στα δύσκολα - αλλά συνανθρώπους μας, πίσω μας; Μήπως είναι οι ίδιοι που ήταν μόνοι τους και πριν το Δεκέμβρη;

Θυμάται, άραγε, κανείς ότι πριν αντιληφθεί η αγνή και πάνσεπτη νεολαία ότι οι δρόμοι δεν ανήκουν αποκλειστικά στα αυτοκίνητα και δη τα Cayenne αλλά και στους πεζούς, υπήρξαν κάποιοι συνάνθρωποί μας που προσπάθησαν να δείξουν το δρόμο...





Αντί, όμως, ο Δεκέμβρης να συνδεθεί με αυτούς τους ανθρώπους, των οποίων η εξέγερση και ο αγώνας δεν είναι και τόσο μακριά από τον αγώνα της υπόλοιπης κοινωνίας, όπως μας θυμίζει και ο Foucault: "Αν υπάρχει κάποιο συνολικό επίμαχο πολιτικό ζήτημα σχετικό με τη φυλακή, αυτό δεν είναι αν αυτή θα είναι σωφρονιστική ή όχι. Αν οι δικαστές, οι ψυχίατροι ή οι κοινωνιολόγοι θα ασκούν σ' αυτήν μεγαλύτερη εξουσία από τους διοικητές ή τους επιτηρητές. Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα δεν συνίσταται καν σαν εναλλακτική πρόταση: φυλακή ή κάτι άλλο από τη φυλακή. Το πρόβλημα τούτη τη στιγμή είναι μάλλον η ραγδαία άνοδος αυτών των συστημάτων ομαλοποίησης, καθώς και η όλη έκταση των συνεπειών της εξουσίας που συνεπάγονται, ενώ καθιερώνονται νέες αντικειμενικές πραγματικότητες" {1}, προτίμησε τον αυτοθαυμασμό και τα χριστουγεννιάτικα ψώνια...
Αυτές τις νέες αντικειμενικές πραγματικότητες, αυτές τις νέες μορφές φασισμού δεν μπόρεσε να αναδείξει ο Δεκέμβρης, διότι δεν τις πήρε καν μυρωδιά...
Διότι είναι φασισμός όχι μόνο από την πλευρά της εξουσίας, αλλά και από την πλευρά της αντίστασης το γεγονός ότι άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο του Δεκέμβρη βρίσκονται ακόμα προφυλακισμένοι και δίχως την έμπρακτη συμπαράσταση όσων πίνουν νερό στο όνομα του ''Δεκέμβρη''...
Διότι είναι φασισμός - όχι τόσο από την πλευρά του κράτους - αλλά από την πλευρά όλων εκείνων που βγαίνουν στο δρόμο για τον Αλέξη (τον Έλληνα, το μαθητή, το παιδί της διπλανής πόρτας, το είδωλό μας στον καθρέφτη σε τελική ανάλυση...) αλλά δεν λένε κάν μία κουβέντα για την Κωνσταντίνα Κούνεβα, την Κατερίνα Γκουλιώνη, και κάθε φυλακισμένο που κάνει το σώμα του όπλο, όπως το έκανε και το Νοέμβρη, αλλά εμείς κοιμόμασταν...
Εν τέλει, ο Δεκέμβρης αφορά την νεοελληνική νεολαία και μόνο αυτή; Οι νεοέλληνες όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον Ξένο τι κάνουν; Κλείνουν τα μάτια; Ή ακόμα χειρότερα, βαυκαλίζονται ότι έδειξαν πάλι το δρόμο και στον υπόλοιπο κόσμο;
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν νέοι που μιλούν για το πρόβλημα του εκφασισμού τηw νεολληνικής κοινωνίας, όπως ο Γιώργος Λάνθιμος που βραβεύθηκε στις Κάννες για την ταινία του...
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν νέοι που δείχνουν ότι δεν έχουν μόνο τα αυτιά τοίχους, αλλά και οι τοίχοι έχουν αυτιά:



{1}. Foucault M., Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής, σ. 407.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Πίσω από την προφάνεια του τηλεοπτικού ορίζοντα…


Βραδιά Champions League η σημερινή! Βραδιά που πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια τηλεθεατές θα καρφωθούν μπροστά στον τηλεοπτικό τους δέκτη, για να απολαύσουν το θέαμα που καλούνται να προσφέρουν οι αστέρες της Barcelona και της Manchester United. Πόσοι, όμως, θα αναρωτηθούν τι κρύβεται πίσω από το ποδοσφαιρικό θέαμα, τι κρύβεται πίσω και πέρα από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου; Τι κρύβεται πίσω από έναν αγώνα μεταξύ μιας από τις πλουσιότερες ομάδες του πλανήτη (Manchester United) απέναντι σε εκείνη που για περισσότερο από έναν αιώνα αρνήθηκε να βάλει χορηγό στη φανέλα της (Barcelona); 

Είναι, άραγε, το ποδόσφαιρο – αυτή η τόσο κερδοφόρα και καλά οργανωμένη επιχείρηση – εντός των σύγχρονων κοινωνιών ένα απλό άθλημα, ένα αθώο παιχνίδι, το οποίο περιφρονείται από τους διανοούμενους και αγκαλιάζεται από τις μάζες; 

Ή μήπως συμβαίνει το ποδόσφαιρο, ως κοινωνικό φαινόμενο να αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε τομείς που αγκαλιάζουν οι διανοούμενοι και οι οποίοι περιφρονούν τις μάζες; Σκεφτόμαστε, άραγε, γιατί το ποδόσφαιρό έχει γίνει την τελευταία δεκαετία, ένα παιχνίδι όπου το κρίνουν οι παίκτες του κέντρου και μάλιστα, οι πιο εργατικοί και πειθαρχημένοι από αυτούς, ήτοι τα «αμυντικά χαφ»; Σκεφτόμαστε, άραγε, γιατί το ποδόσφαιρο έχει γίνει ένα παιχνίδι όπου οι παίκτες που ξεσηκώνουν την εξέδρα για τις αμιγώς ποδοσφαιρικές τους ικανότητες σπανίζουν; Αναρωτιόμαστε, για την ανθρωπογεωγραφία αυτής της εξέδρας; Για την εξαφάνιση των λαϊκών στρωμάτων και την προσέλκυση των μεσοαστικών; Για την εξαφάνιση του ίδιου του κοινού από τις κερκίδες και τον πολλαπλασιασμό του κοινού στον καναπέ; Για τα μέτρα πειθάρχησης και ελέγχου των μαζών που κρύβονται πίσω από ό,τι καλείται «καταπολέμηση της βίας»; Για την μανία με τον πρωταθλητισμό σε μία πλήρως ιατρικοποιημένη κοινωνία;

Με τα ερωτήματα αυτά – και πολλά άλλα που θα μπορούσε να θέσει κανείς – δεν τα βάζουμε με το ποδόσφαιρο. Δεν στρεφόμαστε εναντίον του. Στρεφόμαστε εναντίον της προφάνειας που το καλύπτει. Μήπως, τελικά, το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι; Μήπως, εν τέλει, η φράση «ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής» έχει περισσότερες ερμηνείες από όσες νομίζουμε; Μήπως πρέπει να το φιλοσοφήσουμε λίγο παραπάνω ακολουθώντας το παράδειγμα των Monty Python;

Μήπως πρέπει να ξαναμάθουμε το παιχνίδι;

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (II) . . .

Του ανταποκριτή μας από τα Εξάρχεια, Marcel Proust (ο οποίος άρτι αφιχθείς από τη Μόσχα έφερε έναν αέρα ρομαντισμού και έρωτα...Αντι-γράφουμε ελπίζοντας ότι του τον προκάλεσαν οι ρωσίδες και όχι ο Sakis...)
Μέσα στη σαρωτική δίνη του χαμένου χρόνου της μονότονης και μελαγχολικής μας καθημερινότητας, είναι καταπληκτικό να μπορούμε ακόμη να ανακαλύπτουμε καινούργια ερεθίσματα που μπορούν να μας βοηθήσουν να επανακτήσουμε και να επανασυγκροτήσουμε – έστω και για κάποιες λίγες στιγμές – το χαμένο αυτό χρόνο…
Μία τέτοια ευκαιρία προσφέρει αναμφίβολα και η παράσταση Σονέτα, που ανεβαίνει από τις 14/05 μέχρι τις 06/06 στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης, στα Εξάρχεια. 

Είκοσι εννέα σονέτα του William Shakespeare, τα οποία μέσα από την έξοχη μετάφραση του Διονύση Καψάλη και τη συγκλονιστική ερμηνεία των δύο πρωταγωνιστών, Μαρίας Κίτσου και Μάνου Καρατζογιάννη, μας υπενθυμίζουν ότι «μόνος γίνεσαι κανένας», και μας καλούν να αναρωτηθούμε «τι μπορεί να σημαίνει για έναν άνθρωπο – πέρα από ηλικία και φύλο – η ανάγκη να αγαπήσει, να αγαπηθεί, να δημιουργήσει μέσα από τον έρωτα και μέσα από αυτόν να νικήσει τους φόβους του»;

Άλλωστε, με όποια μορφή κι αν παρουσιάζεται κι όποιο κι αν είναι το αντικείμενό του, ο έρωτας δεν είναι αυτός που, τελικά, κινεί τα πάντα, που μας παρασύρει στις πιο ρομαντικές αυταπάτες, που μας ωθεί στις πιο παράτολμες και εξεγερτικές πράξεις, που εμφυσά πνοή στα πιο τρελά και δημιουργικά μας όνειρα, που προσδίδει ουσία και νόημα σε ό,τι φαντάζει – και, ίσως, πράγματι, να είναι – ασύλληπτο και ακατάληπτο;
(Ciphers & Constellations in Love with a Woman, Joan Miro, 1941).
Και, για να δανειστούμε και τους στίχους του ποιητή:
Είχα κλείσει τα μάτια
για ν’ ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν’ αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής
κι η ανάσα του χαμόγελου 
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου 
από μια διάφανη χαρά 
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ’ όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κι ήρθες εσύ.

Γιάννης Ρίτσος, Εαρινή Συμφωνία, (Κέδρος, 1986).


Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Αναζητώντας το χαμένο χρόνο (I) . . .

Του ανταποκριτή μας στη Μόσχα, Marcel Proust.

Με αφορμή το χθεσινό πανηγύρι της Eurovision και τις ατελείωτες συζητήσεις που και πάλι προκάλεσε για τις φωνητικές ικανότητες, τις ενδυματολογικές επιλογές και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των συμμετεχόντων, ας αναφερθούμε σε κάποιες άλλες απόπειρες επιβολής στυλιστικών(;) προτύπων…  
Νοέμβριος 1926: Η «εθνοσωτήριος» δικτατορία του στρατηγού Παγκάλου επισφραγίζει το φαιδρότατο, γραφικό, αλλά οπωσδήποτε βίαιο και κατασταλτικό, χαρακτήρα της με το ακόλουθο, περιβόητο πια, διάταγμα: «Ορίζομεν όπως αι κυρίαι και δεσποινίδες αι άνω των 12 ετών, οσάκις (όχι ο Ρουβάς, προφανώς) περιέρχονται τα δημόσια εν γένει μέρη, ως και όταν εισέρχονται εντός των δημοσίων κέντρων, φέρωσι φούστας ων το κατώτατον άκρον δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκ. Του μέτρου θεωρούνται συνυπεύθυνοι οι γονείς ή οι επίτροποι των ανηλίκων κοριτσιών»{1}.
Δεκέμβριος 2008: Με αφορμή τα γεγονότα της εξέγερσης, που ακολούθησαν την εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από ειδικό φρουρό, στα Εξάρχεια, ξεκινά ο δημόσιος διάλογος σχετικά με το ζήτημα της χρήσης της κουκούλας και της κάλυψης των χαρακτηριστικών του προσώπου όσων συμμετέχουν σε πορείες. Αποκορύφωμα αποτελεί η ακραία θέση αρκετών να καταστεί η χρήση της κουκούλας ιδιώνυμο αδίκημα. Μετά από διαρκείς ελιγμούς και νομοθετικές αλλαγές, και, ενώ αρχικά είχε υιοθετήσει την παραπάνω πρόταση, η κυβέρνηση επιλέγει να μεγαλώσει τις ποινές στα αδικήματα που διαπράττονται από όσους/ες έχουν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. 
Τελικά, τι αλλαγές έφερε ο χρόνος 82 χρόνια μετά;


Το ζήτημα είναι εάν διαφέρει σήμερα το look όσων αποτελούν «απειλή»;

Στη λεγόμενη «κοινωνία της διακινδύνευσης» (‘risk society’), όπου μας μαθαίνουν ότι περιβαλλόμαστε διαρκώς από νέους κινδύνους, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπιστούν με συνεχή έλεγχο και επιτήρηση, πού βρίσκεται, άραγε, αμπαρωμένη η δημοκρατία την οποία, αυτοί που μας ελέγχουν και μας επιτηρούν, διαρκώς επικαλούνται; Μήπως, τελικά, ισχύει ότι…  

Και, σε αυτήν την περίπτωση, μήπως η μόνη λύση είναι να ακολουθήσουμε πιστά την προτροπή του G. Deleuze ότι «δεν είναι η ώρα ούτε να κλάψουμε, ούτε να ελπίσουμε, χρειάζεται μάλλον να αναζητήσουμε νέα όπλα»{2}…

{1}. Εφημερίδα, Το ΠΟΝΤΙΚΙ, 28/06/2007
{2}. G. Deleuze, Η κοινωνία του ελέγχου, (Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2001),  σ. 10.


Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Περί φοιτητικών εκλογών...

Όσο δεν υπάρχουν τόσο όμορφες υποψήφιες και τόσο ευφάνταστοι υποψήφιοι (ή το αντίστροφο...)


τόσο τη θέση της κάλπης θα παίρνει...

και εμείς θα νομίζουμε ότι ακούμε την επαναστατημένη φωνή της νεολαίας - όπως κάποιοι νόμιζαν το Δεκέμβρη που μας πέρασε - ενώ στην πραγματικότητα ακούμε τη φωνή της Δ.Α.Π. και των λοιπών νεολαιίστικων δυνάμεων...(μην το δοκιμάσετε μόνοι στο σπίτι...θέλει συλλογικές διαδικασίες...)

και ενώ θα μας καβαλάνε οι ίδιοι και οι ίδιοι...


εμάς θα μας αρέσει νομίζοντας κιόλας ότι το εκλέξαμε...

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Τα τρία γουρουνάκια...

Το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια το ξέρουμε όλοι ή σχεδόν όλοι...Το παραμύθι με τη "γρίπη των χοίρων", όπου όπως διαδίδουν τα ΜΜΕ, οι προβλέψεις των "επιστημόνων" κάνουν λόγο για 200.000.000 θύματα το ξέρουμε, άραγε; Μήπως αυτό το τελευταίο παραμύθι χρησιμεύει στο να μας κάνει να ξεχάσουμε την ασθένεια που έχει προσβάλει την κοινωνία μας και στην οποία δεν έχουμε βρει ακόμα τη θεραπεία; Μήπως αυτό το τελευταίο παραμύθι χρησιμεύει στο να επικυρώσει τη λήθη που διακατέχει την κοινωνία μας και η οποία μας οδηγεί στο λήθαργο; Μήπως αυτό το τελευταίο παραμύθι χρησιμεύει στο να μασκαρέψει και να φτιασιδώσει την "πραγματικότητα" που βιώνουμε καθημερινά στους δρόμους;



Ας βρούμε τις διαφορές μεταξύ των δύο εικόνων και ας τολμήσουμε να θέσουμε το ερώτημα: Ποια είναι, αλήθεια, η γρίπη των χοίρων; Μήπως μας έχει ήδη προσβάλει; Μήπως ό,τι ονομάστηκε "Δεκεμβριανά 2008" είχε εξ αρχής προσβληθεί από αυτή; Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το παράδοξο μίας εξέγερσης που γεννήθηκε με έναν θάνατο (του Αλέξη) και πέθανε με μία γέννηση (του Χριστού); Μήπως έπασχε από τη γρίπη των χοίρων; Μήπως το μόνο ζήτημα ήταν η εκτόνωση ενός συναισθήματος; Τα γουρουνάκια δε μας ενοχλούν πια; Γιατί πάντα να είναι ο λύκος ο "κακός"; Επειδή έτσι μας έμαθαν από μικρά;



Πάντα με τα γουρουνάκια θα είμαστε; Ποτέ με το λύκο; Πάντα θα κυλιόμαστε σα γουρούνια στη λάσπη της παραγωγής και της κατανάλωσης και vice versa; Μήπως, τελικά, όλα έγιναν, για να έχουμε το δικαίωμα να πίνουμε "ελεύθερα" τη μπύρα μας στα εξάρχεια; Μήπως γι' αυτό όλα τελείωσαν, όταν έπρεπε να αρχίσουμε να καταναλώνουμε οικογενειακά τις άγιες ημέρες της γέννησης του Θεανθρώπου και για να γυρίσουμε στις δουλειές μας και τις εξεταστικές μας, για να παράγουμε κατά μόνας, αφού εκτονωθήκαμε και έπεσε ο πυρετός της εξέγερσης; Μήπως, άραγε, το μόνο που έχουμε μάθει είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε;
Ή με τα λόγια του Baudrillard: "Μια σκιά στοιχειώνει την επαναστατική φαντασία: το φάντασμα της παραγωγής. Τροφοδοτεί παντού έναν ξέφρενο ρομαντισμό της παραγωγικότητας. Η κριτική σκέψη του τρόπου παραγωγής δε θίγει την αρχή της παραγωγής. Όλες οι έννοιες που συναρθρώνονται γύρω από αυτή, διαγράφουν μόνο τη γενεαλογία - ιστορική - των περιεχομένων της παραγωγής κι αφήνουν άθικτη την παραγωγή ως μορφή." {1}

Αν δεν πολεμήσουμε τη σκιά της παραγωγής δε θα πολεμήσουμε και το φάντασμα της κατανάλωσης. Όμως, εμείς μάθαμε απο μικροί ότι όλα είναι "εργασία και χαρά", παραγωγή και κατανάλωση...Υπάρχει εμβόλιο απέναντι στον ιό της δημιουργικότητας μέσα από την καριέρα και της ευτυχίας μέσα από την κατανάλωση;

Αν δεν απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα δε θα ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, αλλά και μη χοιρότερα να λέμε...


{1}. Baudrillard J., Ο Καθρέφτης της Παραγωγής ή η κριτική αυταπάτη του ιστορικού υλισμού (Αλεξάνδρεια, 1990), σ. 13.